Μετάφραση, Ενότητα 10η

Ενότητα 10η, «Μια τιμητική εξορία», [Αισχίνης], Ἐπιστολαί 3. 1-3

Οἱ μὲν ἄλλοι πάντες                                 Όλοι οι άλλοι 
ὅσοι φεύγουσιν ἀδίκως,                           όσοι εξορίζονται άδικα, 
ἤ δέονται τῶν πολιτῶν                             ή παρακαλούν τους πολίτες 
ὅπως ἐπανέλθωσιν,                                να επιστρέψουν 
ἤ διαμαρτόντες τούτου                             ή αν αποτύχουν σ’ αυτό 
λοιδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας,             κακολογούν τις πατρίδες τους, 
ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας·          επειδή τάχα τοὺς συμπεριφέρθηκαν άσχημα· 
ἐγὼ δὲ ἐπείπερ ἅπαξ ἠτύχησα                 εγώ όμως, επειδή ακριβώς μια φορά ατύχησα 
ἀναξίως ὧν ἐπολιτευσάμην,                     κατά τρόπο ανάξιο προς όσα έκανα ως πολίτης, 
καὶ κατηγορῶν ἄλλων                               κι ενώ κατηγορούσα άλλους, 
αὐτὸς ἑάλων,                                          καταδικάστηκα ο ίδιος, 
ἄχθομαι μὲν,                                           στενοχωριέμαι, βέβαια,
ὥσπερ εἰκός ἐστιν,                                           όπως είναι φυσικό, 
ἀγανακτῶ δὲ οὐδέν.                                όμως καθόλου δεν αγανακτώ. 
Οὐ γὰρ οὕτως ἔγωγε ἠλίθιός εἰμι ὥστε,                Γιατί εγώ βέβαια δεν είμαι τόσο ηλίθιος ώστε, 
ἐξ ἧς πόλεως Θεμιστοκλῆς ἐξηλάθη          από την πόλη από την οποία εξορίστηκε ο Θεμιστοκλής 
ὁ τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερώσας,                    αυτός που ελευθέρωσε την Ελλάδα, 
καὶ ὅπου Μιλτιάδης,                                και στην οποία ο Μιλτιάδης, 
γέρων ὤν                                              ενώ ήταν γέρος 
ἐν τῷ δεσμωτηρίω ἀπέθανε,                   πέθανε στη φυλακή, 
ὅτι μικρὸν ὤφειλε τῷ δημοσίῳ                 γιατί χρωστούσε μικρό ποσό στην πολιτεία 
ταύτη τῇ πόλει Αἰσχίνην τὸν Ἀτρομήτου    μ’ αυτήν την πόλη ο Αισχίνης, ο γιος του Ατρομήτου, 
ἀγανακτεῖν οἴεσθαι δεῖν φεύγοντα,            να θεωρεί ότι πρέπει να αγανακτεί επειδή είναι εξόριστος, 
εἴ τι τῶν εἰωθότων Ἀθήνησιν ἔπαθεν.       επειδή έπαθε κάτι από αυτά που είναι συνηθισμένα στην Αθήνα. 
Ἀλλ’ ἔγωγε εἰκότως                                Αλλά εγώ τουλάχιστον εύλογα 
καὶ λαμπρὸν μοι νομίσαιμ’ ἄν                         ακόμα και λαμπρό θα μπορούσα να θεωρήσω 
αὐτὸ γενέσθαι                                       αυτό που μου συνέβη, 
τὸ μετ’ ἐκείνων ἐν ἀδοξίᾳ                        δηλαδή το ότι έχω πέσει στην αφάνεια μαζί με εκείνους  
παρὰ τοῖς ἔπειτα ἀνθρώποις                   για τις μελλοντικές γενιές 
καὶ ἄξιος γεγονέναι                                 και έχω αξιωθεί 
τοῦ ὅμοια παθεῖν ἐκείνοις.                      να πάθω τα ίδια με εκείνους. 
 

Παράλληλο κείμενο, Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Θεμιστοκλής 22.4-5 

Μετάφραση 
Τον εξοστρακισμό λοιπόν σε βάρος του Θεμιστοκλή τον έκαναν θέλοντας να μειώσουν την υπόληψη και την υπεροχή του, όπως συνήθιζαν να κάνουν για όλους όσους νόμιζαν ότι ήταν υπερβολικά δυνατοί και αταίριαστοι με την ισότητα που απαιτεί η δημοκρατία. Γιατί ο εξοστρακισμός δεν ήταν τιμωρία, αλλά ανακούφιση και εκτόνωση του φθόνου, που έβρισκε ευχαρίστηση με το να ταπεινώνει τους ξεχωριστούς και που εκτόνωνε την εχθρότητά του σε αυτό το είδος της ατίμωσης.